Ο δικός μου μύθος είναι απλά η πραγματικότητα ενός άλλου κόσμου.-

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Πολιτεία μυστική

Κάθε πρωινό η ίδια θέα, μα κάθε πρωινό τόσο διαφορετική.
Το μικρό μου δωμάτιο μ’ ένα μοναδικό παράθυρο στον κόσμο.
Σ’ ένα τσιμεντένιο ξέφωτο το βλέμμα μου οδηγεί.
Πότε πότε αχτίνες φωτεινές ηλιακές την παγωνιά του διώχνουν
μα πότε πότε σύννεφα και ψιχάλες βρόχινες, υγρό και σκοτεινό το κάνουν.
Και άλλοτε σαν έρθει η νυχτιά, αχτίνες σεληνιακές μυστήριο του δίνουν.
Κάτι λουλούδια άγρια σε μερικές γωνιές φυτρώνουν.
Με λιγοστό νερό πως γίνεται ζωή να πάρουν;
Κι όμως εκείνα με επιμονή ρίζες, άλλα μικρές κι άλλα βαθιές, απλώσαν.
Δείγμα ζωής σε μέρος κενό και άψυχο γενήκαν.
Φωνές άναρχες, μη λογικές συνήθως, ακούγονται σπανίως.
Μια πολιτεία τούτο το ξέφωτο άγνωστη σε όλους.
Μόνος πολίτης η σκέψη μου που διστακτικά θα βγαίνει
από εκείνο το παράθυρο ζωή να της χαρίζει.
Μια πολιτεία μυστική, κρυφή και τόσο ξένη.

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Γροθιά


Το γοργό ποδοβολητό από το μαύρο άτι
έσκισε σαν ξυράφι τον αγέρα της χθεσινής βραδιάς.
Σα σταμάτησε κουρασμένος ο αναβάτης,
λίγο δροσερό νερό να πιουν κι αυτός και το άλογο,
τη δίψα τους να ξεδιψάσουν,
φωνές βάρβαρες ακούστηκαν και θελαν να τον πιάσουν.
Απότομα τελείωσε τούτη η διακοπή.
Το δρόμο πάλι παίρνει βιαστικός να τους ξεφύγει.
Σε μια βραδιά πώς γίνεται χώρες μακρινές
να συναντά, να προσπερνά, ν’ αφήνει,
μα κείνες οι βάρβαρες φωνές να τον ακολουθούν;
Κουράστηκε αλήθεια, τόσο πολύ, να τρέχει.
Γυρίζει οπίσω του κι ανάποδα πλέον προχωρά.
Τι κι αν βάρβαρες ακούγονται οι φωνές
και για σκλαβιά και θάνατο φωνάζουν;
Είναι πλέον έτοιμος κατάματα το φόβο ν’ αντικρύσει.
Κι η κούραση που ένιωθε κι ο φόβος ο παγερός
όλα αιφνής χαθήκαν
σα στο δρόμο φανήκαν κι άλλοι σαν αυτόν.
Του φαύλου κύκλου τη διαδρομή αφήσαν
πορείες άπειρες ακτινωτές στο κέντρο, τους οδηγούν.
Όλοι μαζί, τα πέντε δάκτυλα σαν κλείσουν
γροθιά θε να γενούν
που τις φωνές τούτες τις βάρβαρες με μιας θα εσυντρίψουν.
Κουράστηκαν ατέρμονα με φόβο σκοτεινό να προχωρούν,
με αίμα κι ιδρώτα ξανά θα βαφτιστούν.

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Στο διπλανό κελί

Πώς να βγω έξω να σε ψάξω να σε βρω
όταν εσύ σε κελί υγρό και σκοτεινό με κλείνεις,
όταν δεσμά κι αλυσίδες στα πόδια μου φορώ,
όταν τα σιδερένια κάγκελα το έρμο μου το σώμα φυλακίζουν;
Άλλο για την αγάπη μας δε θέλω να ακούω
ούτε εσύ στον κόσμο να μιλάς για μας.
Αυτός που σε αγάπησε σαπίζει και πεθαίνει
αιχμάλωτος της ελευθερίας σου που λάθη δε χωρά.

Δεν άντεχα τον πόνο αυτόν το δυνατό
μα σαν το δάκρυ στο πρόσωπο κυλά,
της αλυσίδας σπάζει τα δεσμά
και της φυλακής τους τοίχους ευθύς γκρεμίζει.
Ελεύθερος πλέον τρέχω να σε βρω
γιατί σ’ αγάπησα, δε γίνεται, θέλω πάλι να σε δω.

Πού να ξερα στο διπλανό κελί πως βρίσκεσαι
και σιωπηλά δακρύζεις,
τις αλυσίδες κατάσαρκα κι εσύ φορείς
στους τοίχους τους υγρούς της φυλακής
μονάχη η ψυχή σου θρηνεί, σαπίζει.

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Άγγελός μου


Μέσα σε τέσσερις τοίχους φυλάκισα το σώμα
που κουρασμένο ξάπλωσε νωχελικά.
Σαν έκλεισαν τα μάτια,
ο ήχος ο καλοκαιρινός της νύχτας
με ταξίδεψε σε μέρη αλλιώτικα.
Σε βουνά ψηλά με πήγε, σε δάση ατέλειωτα.
Κι εγώ πιο χαρούμενος από ποτέ,
ένα αερικό θαρρείς αρχαίο, πήγαινα παντού,
μήτε χώρο μήτε χρόνο υπολόγιζα.
Κι έτσι ταξιδευτής που ήμουνα
επάνω από την απεραντοσύνη να κοιτώ,
ένιωσα την ανάγκη το Θεό να ευχαριστήσω.
Γυρνώντας το βλέμμα αντίκρισα τον Ουρανό,
το σπίτι των Αγγέλων.
Ω Θεέ μου ομορφιά!
Ένα φεγγάρι ολόφωτο τον στόλιζε
 και αναρίθμητα αστέρια λαμπερά.
Με μιας θαρρείς αν άπλωνα το χέρι μου,
δικά μου θα γινόταν.
Και σαν το άπλωσα ο άπληστος
 μη αρκούμενος σε ύψη δυσθεώρητα και θέες μυστικές,
τότε τον ψηλάφησα, μα ξύπνησα αιφνής
και είδα πως το σώμα μου τούτο το θνητό
μονάχο του σε είχε αγκαλιάσει.
Για κείνο εσύ ήσουν ο Ουρανός.
Και σαν το όνειρο τελείωσε
κι η αθάνατη ψυχή με το φθαρτό ενωθήκαν πάλι,
ήξερα μέσα μου βαθιά πως για Μένα
εσύ ήσουν ο Άγγελος μου…

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

Γειτονιά


Μεγάλωσα μέσα σε μία γειτονιά
που οι άνθρωποί της με διδάξανε, μου μάθανε πολλά.
Είδα κόσμο πολύ να έρχεται, να φεύγει
νέους και γέρους στην ίδια στάση να προσμένουν,
το παλιό το λεωφορείο που ασφυκτικά γεμάτο
κούραση σου προκαλεί, περπάτησα μόνος παρακάτω.
Σε δρόμους γνώριμους παλιούς, πάλι αδέλφια συναντώ
φίλους αγαπημένους,
που τ’ όνομά μου ξεχάσαν πριν καιρό
τους βλέπω πλέον σα χαμένους.
Παιδιά γεμάτα όνειρα, ζητώντας την ουσία της ζωής,
ουσίες βρώμικες λευκές εβρήκανε
κάπου χάσαν τη διαδρομή.
Να βλέπαν εθέλαν Ουρανό,
αλλά μέσα στο λευκό τους τ’ όνειρο
το τρέμουλο κι ο παροξυσμός
τους λύγιζαν τους έλιωναν, κοιτούσαν μόνο χώμα.
Κι έτσι γονατιστοί και μίζεροι στεκόταν σε γωνιές
να ενοχλήσουν δεν εθέλανε κανέναν.
Σ’ άλλες πηγαίναν γειτονιές.

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Πλατεία


Στο μέσο της παλιάς Πλατείας είδα σήμερα πολλούς
να κάθονται και να μιλούνε, πλήθος από περαστικούς.

Σε μια γωνιά του κύκλου της, εστάθηκα μόνος, σιωπηλός
απέναντι μου ένας βρώμικος, ζητιάνος αδελφός.

Άλλοι πέρα εγελούσανε, νέοι ωραίοι δυνατοί
κι οι γέροι αθόρυβα περνούσανε κοντά τους βιαστικοί.

Τα πρόσωπα τους εφωτίζοντο απ’ έναν Ήλιο δροσερό
κι ο χειμώνας γλύκαινε και πρόδιδε της Άνοιξης τον ερχομό.

Νέοι και γέροι, όλοι τους, ξεχάσαν εκείνη τη γωνιά
που ο ζητιάνος έμενε μες τη δική του παγωνιά.

Με κοίταξε κατάματα ψάχνοντας λίγη θαλπωρή
την ώρα εκείνη εφτερούγιζε η ψυχή στο Λυτρωτή.

Τον κόσμο τούτο άφησε κοιτώντας Ουρανό
κανένας δεν εκτίμησε τον εδικό του θησαυρό.

Και στη γωνιά μου απέμεινα μονάχος πλέον, ζωντανός
μα ένας ζητιάνος Άγγελος εστάθει εμπρός μου, φωτεινός.

Και η Πλατεία ξάφνου άδειασε, χαθήκαν οι περαστικοί
μυρίπνοα άνθη εγενήκαμεν σε Βασιλική αυλή.